25 Μαΐ 2011

Review 2 (5/11)

Q: Τι του αρέςει το άντρας σου; (What does your husband like?)
A: Του αρέσουν οι πατάτες. (He likes potatoes.)

Της αρέσει η γερμανία. (She likes Germany.)
Της αρέσει τα λουλουδία. (She likes flowers.)

Μου αρ'εσει (定冠詞) [主語(~は)]
Μου αρέσει να πάιζω με την σαύρα. (Ι like to play with the lizard.)
Μου αρέσει να πάς να τρώω. (I like to go to eat.)

τραγουδάω (sing)
ταξιδεύω (travel)
Τι σου αρέσει να κάνεις; (What do you like to do?)
Μου αρέσει να τραγουδάω. (I like singing.)

16 Μαΐ 2011

Review (5/11)

*αρέσω 好かれる

1. αρέσω
2. αρέσεις
3. αρέσει
1. αρέσουμε
2. αρέσετε
3. αρέσουνε

*δίνω あげる

1. δίνω
2. δίνεις
3. δίνει
1. δίνουμε
2. δίνετε
3. δίνουνε
    「名詞」 μου     私の「  」
Μου    「動詞」     私に「  」する    
σου δίνω あなたにあげる
μου δίνεις 私にちょうだい

Μου αρέσει [ *定冠詞 ]「名詞(~は)」     「~は」私に好かれる(=私は○○○が好き)
*ο, η, το, οι, οι, τα

*動詞は後ろに来る主語の人称によって変化する。

    Μου αρέσουνε τα φρούτα.  私はフルーツが好きです。
            (複)動詞 主語
    Σου αρέσουνε τα λουλούδια. あなたは花が好きです。
    Μου αρέσει το πορτοκάλι. 私はオレンジが好きです。
    Μου αρέσει το πορτοκάλ πάρα πολύ. 私はオレンジがとても好きです。